Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Αγόρια στον ήλιο

Μήνες τώρα το περίμενες, αναγνώστη, ξέρω. Πέρασες δύσκολα. Μεγάλο λούκι. Δεν είναι και λίγο να προσπαθείς να μαντέψεις τι κρύβεται πίσω από παντελόνια, φούστες, μπλουζάκια. Πάλευες πνευματικά με ένα σωρό υφάσματα. Άνιση μάχη και αξίζεις ένα μεγάλο μπράβο. Τα 'βαλες με τις υφασματοβιομηχανίες και τα καταστήματα ρούχων. Ορκίστηκες έξω από ζάρα να μην περάσεις. 

Μα μια αιφνίδια έμπνευση σου μήνυσε πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Τάχθηκες κατά των συμβάσεων της κοινωνίας, της ανθρώπινης ντροπής, ακόμα και των καιρικών συνθηκών. Σε μια φάση πελάγωσες. Θύμωσες ακόμα και με την Εύα που τα 'κανε μαντάρα, μα μετά θυμήθηκες πόσο φλωρούμπας ήταν ο Αδάμ. Μόνο μία ερώτηση έμελλε πια να καθορίσει όλη σου την υπόσταση σε τούτο τον άσπλαχνο κόσμο. Σαν άλλη γοργόνα περιφερόσουν στο Αιγαίο και ρωτούσες τους λιγοστούς καπετάνιους: Ακόμα? Ακόμα να έρθει?

Και ήρθε, αναγνώστη μου, ήρθε. Καλοκαιράκι, ζέστη, θάλασσα. Οι γυναίκες είναι έτοιμες να αποκαλύψουν το πραγματικό τους ύψος και την εικόνα που τους έδωσε η φύση. Τράξηξαν κι αυτές το δικό τους Γολγοθά, παίρνοντας την απόφαση να ξεκινήσουν δίαιτα τέλη Μαϊου. Κάποιες σάστισαν για τα καλά μπροστά στο δίλημμα αν θα έπρεπε να μπουν ή όχι με εξτένσιον στην θάλασσα. Οι πιο εγκρατείς δεσμεύτηκαν να πλατσουρίζουν στα ρηχά προκειμένου να μην χαλάσει το μακιγιάζ και το μαλλί. Άλλες πάλι είπαν "δε μας χέζεις ρε Νταλάρα". Μα όλες έκαναν σιωπηρή συμφωνία να βάλουν το ίδιο μαγιώ -αυτό με τα κρόσια- και να αποζημιώσουν την εγκαρτέρηση σου.

Και θα είναι εκεί, αναγνώστη, στα ρηχά ή στα βαθιά, να σερβίρουν στα φιλήδονα ματάκια σου μια ποικιλία κρεάτων, άλλοτε καλοψημένων, άλλοτε ελαφρώς αρπαγμένων. Κι εσύ, αρχικά ξελιγωμένος θα γλυκαθείς με όλα, μα μετά εξαιτίας της οπτικής υπερπροσφοράς θα γίνεις επιλεκτικός καλοφαγάς, καταδικάζοντας ακόμα και την παραμικρή υποψία κυτταρίτιδας. Η κατακόκκινη σου μουσούδα, μορφάζοντας ελαφρώς, δε θα διστάσει να απορρίψει δεκάδες κορμιά με ατέλειες, κορμιά που η ειρωνεία της ζωής δε θα σου έφερνε ποτέ στο κρεβάτι.

Και κάπως έτσι, μέσα από μια διαδικασία τόσο απλή, θα συντελεστεί κάτι μαγικό. Κάτι που χρόνια τώρα διατηρεί τις ισορροπίες του βουλιμικού ανδρικού ερωτισμού: Θα χορτάσεις στην ιδέα. Μία προσωρινή διέξοδος για τον άνδρα, μία μεγάλη ανακούφιση για την ανθρωπότητα, κυρίες και κύριοι. Και μία μικρή ελπίδα τον επόμενο χειμώνα να μη μας τα κάνει τόσο τσουρέκια.
  

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Το πιτάκι του Δημήτρη

Όπως σχεδόν κάθε πρωί, έτσι και χθες έβαλα το γυαλί ηλίου και ξεκίνησα να σέρνομαι προς το μαγαζί της κυρά Τασούλας.

Η συμπαθεστάτη κυρά Τασούλα, ειδικά το πρωί, είναι μια δύσκολη υπόθεση. Μιλάει πάρα πολύ. Από την άλλη, εγώ αν δεν πιω καφέ, δεν επικοινωνώ. Βέβαια, η κυρά Τασούλα με γνωρίζει, οπότε δεν παρεξηγεί που σκάω πρωινιάτικα ανέκφραστη και δεν έχω καν the courtesy να βγάλω το γυαλί ηλίου.

Μπαίνω λοιπόν στο μαγαζί της, που πουλάει τα πάντα λέμε, και ζητάω τσιγάρα, καφέ και φαΐ. Συνήθως ζητάω μόνο τσιγάρα. Καφέ ζητάω όταν έχω την έμπνευση να μην πιω το γαλλικό που διαθέτω στο σπίτι. Φαί ζητάω από τότε που ανακάλυψα το "πιτάκι".

Το πιτάκι δεν έχει καμία σχέση με πίτα, απλά το αποκαλούμε έτσι χαϊδευτικά γιατί δεν έχουμε ιδέα πώς λέγεται. Επίσης, ήταν ένας έρωτας από τη πρώτη μπουκιά. Και επειδή είμαι ένας βαθιά κολλημένος άνθρωπος, το τρώω κάθε πρωί μέχρι να το ξεπεράσω.

Την παρακολουθώ λοιπόν νωχελικά να μου παρασκευάζει καφέ. Μου λέει για τότε που ήταν μικρή και πήγαινε στις ντίσκο. Γελάω. Μου δείχνει χορευτική κίνηση. Γελάω και με ακούει όλο το τετράγωνο. Παρατηρώ τη βιτρίνα με τα φρεσκοψημένα καλούδια. Και βλέπω ανάμεσα στα άλλα, όχι ένα αλλά δυο πιτάκια. Μου προκαλεί εντύπωση γιατί συνήθως βλέπω ένα.

"Βρε λες?" σκέφτομαι. "Μπα, ας μην το παρακάνω."

Μου τυλίγει το πιτάκι και πάμε στο ταμείο να πληρώσω. Τελευταία στιγμή αλλάζω γνώμη και της λέω να κρατήσει και για το δεύτερο. 

"Θα πάρεις και το πιτάκι του Δημήτρη?"

Βγάζω το γυαλί. Το ένα από τα φρύδια μου έχει σηκωθεί από μόνο του.

"Του Δημήτρη?"

"Κάθε πρωί ψήνω δυο από αυτά. Το ένα το παίρνεις εσύ και το άλλο ένα παιδί που δουλεύει παραδίπλα."

Φοράω το γυαλί. "Ναι, θα πάρω και το πιτάκι του Δημήτρη."

Πάμε λοιπόν πάλι προς τα μέσα να μου τυλίξει και το δεύτερο. Και μαντέψτε ποιος κάνει εμφάνιση εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Ο Δημήτρης.

Σίγουρος για τον εαυτό του, απλώνει τη χερούκλα του για να πάρει το πιτάκι. 

"Δεν είναι για σένα" του λέει η τρομερά επεξηγηματική κυρά Τασούλα "σήμερα η NamNaira πεινάει πολύ και πήρε και τα δυο πιτάκια. Έλα σε κανένα μισάωρο, θα σου ψήσω άλλο."

Γυρίζει. Με κοιτάει. Και σαφώς ενοχλημένος αλλά παράδοξα κεφάτος λέει.

"Κοπελιά, αυτά παχαίνουν!"

Βγάζω το γυαλί. 

Τον κοιτάω ανέκφραστα.

Τον κοιτάω ακόμα πιο ανέκφραστα.

Τον κοιτάω λίγο ακόμα, πριν μπω στο γκίνες του πιο ανέκφραστου προσώπου.

Φοράω το γυαλί. Φεύγω αγκαλιά με τα πιτάκια.

Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ.

Σήμερα το πρωί στο μαγαζί της κυρά Τασούλας. "NamNaira, έλα σε κανένα μισάωρο. Mόλις πέρασε ο Δημήτρης και πεινούσε πολύ".

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Πώς να της προκαλέσεις εντύπωση

1) Πλησίασε την ρίχνοντας ένα κέρμα στο ποτό της αλά φοντάνα ντι τρέβι και λέγοντας "εύχομαι να με αφήσεις να σε κεράσω ένα ποτό".

2) Συστήσου όχι με το πραγματικό σου ονοματεπώνυμο αλλά ονοματίζοντας ένα από τα μεγαλύτερα σου ελαττώματα. Για παράδειγμα "Μέγας Σαλιάρης, χάρηκα πολύ" ή "Οξύς Θυμός, γοητευμένος". Επίμεινε να σε φωνάζει με το μικρό σου.

3) Ως επάγγελμα ανάφερε κάτι εντελώς άκυρο που δεν υπάρχει. Με τρόπο ώστε να γίνει πιστευτό. "Η ειδικότητα μου είναι αναλυτής χρόνου σε μια εταιρεία που λέγεται Julian Calendar. Oυσιαστικά, είμαστε ανταγωνιστική της Gregorian Calendar, που αυτή τη στιγμή κατέχει το παγκόσμιο μονοπώλιο. Την έχεις ακουστά?".

4) Γίνε περισσότερο αινιγματικός. Τελείωνε κάθε πρόταση σου με τη φράση "ή μήπως όχι?".

Περνάμε καλά μαζί... ή μήπως όχι?
Χώρισα πριν από δυο μήνες... ή μήπως όχι?
Δεν έχω ένα μαχαίρι στην τσέπη μου... ή μήπως όχι?

5) Πες της ότι πρέπει να πας τουαλέτα και φύγε. Βάλε λίγη κέτσαπ στα μανίκια και γύρνα λαχανιασμένος. Αν σε ρωτήσει για τον ύποπτο λεκέ, ψιθύρισε της "προέκυψε μια δουλίτσα".

6) Βγάλε ένα μέτρο από την τσέπη σου και μέτρα την περίμετρο των καρπών της. "Για κάτι βραχιολάκια που έχω στο σπίτι..." εξήγησε της "...μια χαρά, δε θα σε σφίγγουν καθόλου".

7) Συνεννοήσου από πριν με κάποιον να έρθει, ενώ κάθεστε μαζί, και να της πει "σε βλέπω τόση ώρα μόνη, μπορώ να καθίσω?" δείχνοντας τη καρέκλα σου. Στο καπάκι γύρε εσύ κοντά της και πες της "δεν πιστεύω στα φαντάσματα... ή μήπως όχι?".
 
8) Κλέψε μπροστά της κάτι "...για τους φτωχούς".

9) Απευθύνσου στον μπάρμαν δυνατά "φίλε, βλέπεις και συ μήλο του Αδάμ στο λαιμό της ή πήρα πολλά ναρκωτικά?".

10) Ξεκίνα να της μιλάς με γρίφους.

Πώς γίνεται να κάνω συνέχεια σεξ αλλά να έχω να πάω με γυναίκα δυο χρόνια?
Πώς γίνεται να είμαι ελεύθερος τώρα αλλά να μην μπορώ να φύγω από τη χώρα?
Πώς γίνεται να είσαι γυναίκα αλλά εγώ να σε βλέπω σαν ένα κομμάτι κρέας?

11) Λίγο πριν φύγετε, βγάλε στα κρυφά τα παπούτσια σου και συνέχισε χωρίς αυτά. Μέτρα πόση ώρα θα της πάρει να το καταλάβει.

12) Πρότεινε της να πιείτε ένα τελευταίο ποτό στο σπίτι σου. Μόλις φτάσετε, άνοιξε την πόρτα με συνδετήρα.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Δείξε μου το ποτήρι σου να σου πω ποιος είσαι

Βότκα

Όταν μέσα από μια μεγάλη γκάμα ποτών και συνδυασμών επιλέγεις να πιεις βότκα δε μου αφήνεις άλλο περιθώριο παρά να σε χαρακτηρίσω ως ψυχάκια. Μην αμφιβάλλεις, είσαι μια άχρωμη, άγευστη και άοσμη ύπαρξη, ακριβώς όπως το ποτό σου. Το μόνο καλό είναι ότι η βότκα σε καθιστά και αόρατο. Σε περίπτωση που επιλέγεις βότκα πορτοκάλι, τα πράγματα χειροτερεύουν. Από τη μια είσαι ο άνοστος τύπος, που περιέγραψα, και από την άλλη η φλωρούμπα του πορτοκαλιού. Και τα δυο μαζί συνθέτουν ένα τελικό ξερατό, δηλαδή εσένα.

Ουίσκι

Εσύ μάλλον νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε σαλούν του φαρ γουέστ και το παίζεις μαγκιά στον μπάρμαν με την πετσέτα. Βασικά το σημαντικότερο είναι ότι σου αρέσουν τα τσίσα με γεύση πετρελαίου. Πίνεις ψύχραιμα το ποτό σου και χαμογελάς, μα μόνο η ψυχή σου ξέρει τι σκατό τρως, μέχρι να κατέβει από τον ουρανίσκο σου αυτή η αηδία. Αν επιλέγεις ουίσκι κόλα, τότε σε βρίσκουμε συνήθως στην άκρη του μπαρ να χαλβαδιάζεις μικρά κοριτσάκια χαιδεύοντας παράλληλα τη χρυσή σου αλυσίδα. Όταν εξαφανίζεσαι από το οπτικό μας πεδίο, ξέρουμε ότι πρόκειται να συμβεί ένα έγκλημα στα κοντά, γιατί είσαι ανωμαλάρα του κερατά. Η βραδιά κλείνει με σένα να βγαίνεις από ένα μοτέλ κρατώντας ένα γυναικείο δάχτυλο για τη συλλογή σου.

Τεκίλα

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς καταφέρνεις, ενώ πίνεις ένα από τα πιο δύσκολα ποτά, να είσαι πάντα το χαζοχαρούμενο της υπόθεσης. Ο πεταχτούλης της παρέας, που καμία γυναίκα δεν πρέπει να εμπιστεύεται, κρατάει κίτρινη τεκίλα και κάπου κάπου διορθώνει το φανταστικό σομπρέρο του. Φίλε μου, sorry που στο λέω αλλά είσαι ο βασικός ύποπτος για όλα τα ξερατά που θα βρεθούν στην τουαλέτα. Τώρα αν επιλέγεις λευκή τεκίλα σε μερίδα ποτού, παρακαλάω να χαθείς μια μέρα στη Σαχάρα και έτσι όπως θα μπουσουλάς, αφυδατωμένος και ημιλιπόθυμος, να πέσεις πάνω στα ενυδατωμένα μαυρισμένα πόδια μου. Μετά να υψώσεις ικετευτικά το βλέμμα και να ψελλίσεις "νε-ρο" για να πάρεις τελικά ένα ποτήρι με λευκή τεκίλα. Θα σε αποτελειώσω ρε στο υπόσχομαι, τόσο πολύ σε μισώ.

Τζιν

Τώρα εσύ ή είσαι καμιά κλώσα σε δίαιτα ή είσαι ο νικητής του βραβείου γευστικής κακογουστιάς. Όπως και να ΄χει, ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί παραγγέλνεις τζιν τόνικ. Η ειρωνεία είναι ότι παριστάνεις το φρέσκο και καλοκαιρινό αγόρι, ενώ στην ουσία κρατάς στο χέρι ένα σύγκαμα. Η δύναμη που ασκεί πάνω σου αυτό το ποτό είναι εξαιρετική. Στο τέλος της βραδιάς έχεις συγκαεί ολόκληρος. Αν επιλέγεις τζιν λεμονάδα, δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί σου, πέραν του ότι είσαι μαλθακός και βουτυρομπεμπέκος. Μου βγάζεις ανάμεικτα και ίσως τρυφερά συναισθήματα, σε σημείο να θέλω να σου σκουπίσω το πηγουνάκι με μια σαλιάρα και αμέσως μετά να σου στράψω μία για να στρώσεις.

Ρούμι

Θα υπέθετε κανείς ότι στο συγκεκριμένο ποτό δε θα ήμουν αντικειμενική. Ότι θα έσπευδα να χαρακτηρίσω ως γαμάτους, όλους όσους γευόμαστε αυτό το επουράνιο νέκταρ. Ότι υπερέχουμε σε σχέση με τους υπολοίπους και άλλα τέτοια. Μα όχι φίλοι μου, ή κάνουμε μια δουλειά σωστά ή δεν την κάνουμε. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα πρόβλημα που έχω εντοπίσει με το ρούμι: μας τελειοποιεί σε τέτοιο βαθμό, που καταντά άδικο και ενοχλητικό για τους άλλους. Εντάξει, εντάξει, σταματήστε, λέω βλακείες. Δεν είναι απλά άδικο, είναι εγκληματικό να χαλάμε έτσι απλά την πιάτσα.
  

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Πέντε αλληλένδετες σκέψεις

  • Φλερτάρω με την ιδέα να νοικιάσω μια φάρμα κοντά στο πιο όμορφο μέρος και να τη φουλάρω με χλωρίδα και πανίδα. Και όταν λέω φουλάρω, κυριολεκτώ επικίνδυνα. Στην αρχή θα ξεκινήσω σεμνά αλλά στη μεγαλύτερη ακμή της φάρμας σκοπεύω να περπατάω ανάμεσα από δέντρα και λαχανικά και να τρέχουν από πίσω μου καμιά κατοσταριά από φτερωτές και μαλλιαρές φατσούλες. Το ήξερα ότι μια μέρα η φύση θα με καλούσε, απλά δεν περίμενα να γίνει τόσο σύντομα. Το μόνο που με σταματάει προσωρινά είναι ότι δεν έχω βρει ακόμα το πιο όμορφο μέρος. Ούτε την ανδρική φατσούλα που θα αντέξει να τρέχουμε εγώ και τα εκατό φιλαράκια μου από πίσω της. 
  • Ο ανθρώπινος πληθυσμός που ζει αυτό που πραγματικά θέλει, φτάνει μόλις και μετά βίας στο 0,1% και μπράβο του αλλά μάλλον δε μας διαβάζει διότι χέστηκε για το ίντερνετ. Εμείς ανήκουμε στο υπόλοιπο 99,9%, αυτό με τα απωθημένα. Κάπου εδώ όμως θα τα χωρίσουμε τα τσανάκια μας, γιατί απωθημένο με απωθημένο έχει διαφορά. Υπάρχουν εφικτά και ουτοπικά απωθημένα. Τα ουτοπικά καλό θα ήταν να τα αποφεύγεις. Βασικά ΞΕΚΟΛΛΑ. Οτιδήποτε δεν μπορεί να συμβεί στα επόμενα δέκα χρόνια, ξέχασε το. Ακόμα κι αυτά που επιθυμείς πρέπει να έχουν σωστή και λογική κατεύθυνση. Και μην ακούσω καμιά κοτσάνα του τύπου "τα όνειρα είναι δωρεάν". Τα όνειρα είναι δωρεάν στου Κοέλο. Όχι εδώ.
  • Τελικά οι πιο στεγνοί και ανολοκλήρωτοι άνθρωποι είναι αυτοί της δικής μου συνομοταξίας που γεμίζουν τον εγκέφαλο τους με χίλιες δυο άχρηστες πληροφορίες, αφήνοντας την καλλιτεχνική τους πλευρά ακαλλιέργητη. Έχω πάει να μάθω μέχρι και νοηματική (η οποία παρεμπιπτόντως μου χρησίμευσε μόνο όταν έβγαινα για ποτά με τον τέρμα ερωτεύσιμο κωφάλαλο καθηγητή μου) και γενικότερα γνωρίζω πράγματα που κανένας μέσος άνθρωπος δεν πρόκειται να με ρωτήσει. Με έχω καταντήσει ένα άχρηστο πλάσμα που δεν μπορεί να παίξει ένα μαγευτικό σαντούρι ή να φτιάξει μια πήλινη κούπα για καφέ ή στην καλύτερη να ζωγραφίσει αξιοσέβαστα έναν γυμνό άνδρα. Και πώς μου έχει κολλήσει τώρα, πως αν δε μάθω ειδικά να παίζω σαντούρι, δε θα ολοκληρωθώ ποτέ. Τι με βρήκε τώρα στα γεράματα ρε γαμώτο.
  • Αρχίζω να ανησυχώ κάπως για την ανθρώπινη μνήμη. Θα ήθελα να ήξερα ακριβώς πόσα δεδομένα, πράγματα ή πρόσωπα μπορεί να συγκρατήσει για να μη μαλακιζόμαστε άδικα. Υπάρχουν ένα σωρό επιστήμονες εκεί έξω και κανείς δε βγήκε σοβαρά και υπεύθυνα να μας πει ένα νούμερο. Τις προάλλες με σύστησε μια φίλη μου σε κάποιον, ο οποίος μου είπε χαρακτηριστικά "χάρηκα πολύ για πέμπτη φορά". Μήπως έχω φτάσει στο μέγιστο αριθμό των random ατόμων που μου αναλογεί να συγκρατήσω? Μήπως οι δέκα κινέζικες λέξεις που ξέρω πιάσαν πολύ χώρο? Έχω κάνει τα πάντα για να τις ξεχάσω και δεν μπορώ. Και με αυτό το σκεπτικό, πόσο άκυρο θα ήταν αν έλεγα στον από πάνω "ίσως να υπήρχε χώρος και για σένα, αν μπορούσα να ξεχάσω έστω και μια κινέζικη λέξη"? Και πόσο λογικό συνάμα, ΑΝ ΟΙ ΣΚΑΤΟΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΕΚΑΝΑΝ ΚΑΛΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΕΝΑ ΝΟΥΜΕΡΟ? 
  • Πιστεύω πως κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος πρέπει να πάει τουλάχιστον δυο τρεις τσάρκες στη ζωή του για τσεκ απ σε ψυχολόγο είτε θεωρεί ότι έχει κάτι να πει είτε όχι. Διότι δε γίνεται να είσαι άνθρωπος και να πάνε όλα καλά με σένα. Τη θεωρία ότι υπάρχουν και φίλοι για να μοιραστούμε ανεξαιρέτως όλα όσα μας προβληματίζουν δεν την ενστερνίζομαι. Πρώτον γιατί δεν είναι όλοι κατάλληλοι δέκτες ή αρωγοί, δεύτερον γιατί υπάρχουν μερικά πράγματα που δε θέλεις να τα κληροδοτήσεις σε κανέναν οικείο και τρίτον γιατί, ας μην κρυβόμαστε, ο κόσμος γουστάρει να μένει απροβλημάτιστος. Από την άλλη ο ψυχολόγος είναι ο απόλυτος perfect stranger που, θέλει δε θέλει, θα ακούσει τις παπαριές σου γιατί τον πληρώνεις. Και ναι, πιστεύω ότι όλοι έχουμε από μια καλή αρρωστημένη παπαριά να του πούμε. Ο μόνος λόγος που δεν έχω πάει ποτέ σε ψυχολόγο είναι γιατί τον λυπάμαι για τα κουφά που θα ακούσει. Και γιατί φοβάμαι μήπως τον ερωτευτώ. Διότι, κακά τα ψέματα, καλός ο ψυχολόγος αλλά, όπως είπα, για δυο τρεις φορές μόνο. Ένας ψείρας που θα επιχειρεί να με ψυχολογεί σε καθημερινή βάση και θα μου βγάζει προβλήματα από το πουθενά είναι το τελευταίο που θέλω στη φάρμα μου.

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Chronic Bitch Face

Kανονικά θα έπρεπε να σφουγγαρίζω αλλά προτιμώ να κάνω ένα σύντομο point εδώ. Ούτως ή άλλως, είμαι λίγο απογοητευμένη από την τελευταία φορά που φιλοτιμήθηκα να ασχοληθώ με το νοικοκυριό. Τελικά με αυτά τα θέματα, όση καλύτερη θέληση έχεις, τόσο κορόιδο πιάνεσαι. Σκέφτηκα να φρεσκάρω μερικά μπουφάν στο πλυντήριο πριν τα αποχαιρετήσω λόγω άνοιξης. Αποτέλεσμα, ένα μπουφάν μείον για τον επόμενο χειμώνα. Apparently, δεν πλενόταν στο πλυντήριο. Επίσης, ξέχασα μέσα σε μια τσέπη ένα πακέτο τσιγάρα, οπότε αντί για φρέσκα μπουφάν έβγαλα καπνιστά μπουφάν.

Kαι αφού έπιασα το θέμα της καλής θέλησης, πάμε να σας διηγηθώ μια μικρή ιστορία που αποδεικνύει ποιες γκόμενες δεν έχουν καλή θέληση. Είμαι σε ένα μπαράκι και αποφασίζω να πάω τουαλέτα. Είναι γνωστό ότι στα μαγαζιά υπάρχει ένας νοητός διάδρομος μέχρι τα wc. To συγκεκριμένο μαγαζί ήταν σχεδόν άδειο, οπότε όλοι οι πελάτες βολεύτηκαν δεξιά και αριστερά αυτού του διαδρόμου. Όλοι εκτός από μια κοπελιά που στεκόταν ακριβώς στη μέση με γυρισμένη πλάτη. Κανένα πρόβλημα μέχρι εδώ. 

Το πρόβλημα ήταν ότι έπασχε από chronic bitch face. Κάτι που είδα, αφού αναγκάστηκα να την ακουμπήσω απαλά στον ώμο, ώστε να κουνήσει το ποπουδάκι της λίγο πιο πέρα για να περάσω. Όλα εκτελέστηκαν σωστά. Όμως, όταν μπλέκεις με τέτοια τσόλια τίποτα δεν τελειώνει έτσι απλά. Στο γυρισμό με περίμενε ακριβώς στο ίδιο σημείο και, όπως φάνηκε, την ώρα που εγώ ξελάφρωνα, αυτή μελετούσε την ατάκα της. Την οποία μου έφτυσε απειλητικά και με ύφος.

"Τι θα γίνει, θα με σπρώξεις κιόλας για να περάσεις?"

Δεν ξέρω τι απάντηση περίμενε. Σίγουρα όχι αυτή που πήρε.

"Πολύ πιθανό, γιατί βρίσκεται σε λάθος σημείο" της είπα κοντά στο αυτί καθώς περνούσα πλαγίως, χωρίς καν να σταματήσω και χωρίς καν να την κοιτάξω. Όλο αυτό πήρε δυο δευτερόλεπτα από τον πολύτιμο χρόνο μου.

Επιστρέφοντας στην παρέα μου, δεν αναφέρω το περιστατικό, αφού η θλιβερή ύπαρξη της με άγγιξε τόσο ανεπαίσθητα που την ξέχασα αμέσως. Μετά από δυο αιώνες περίπου, καλούμαι να ξαναπάω τουαλέτα. Ο διάδρομος ήταν άδειος. Μα καθώς περνάω ακούω ένα "ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ".

Γυρίζω και βλέπω στα δεξιά μου το chronic bitch face μαζί με ένα φίλο της να με κοιτάνε.

Φυσικά συνέχισα την πορεία μου χωρίς να ασχοληθώ. Αλλά το ηθικό δίδαγμα της βραδιάς βγήκε: 

Εveryone needs a fucking life. Aκόμα κι αν αυτό σημαίνει δυο δευτερόλεπτα από το χρόνο σου.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Ξενοδοχεία

Κάθε σιχασιάρης, που σέβεται τον εαυτό του, θυμάται πάντα εκείνη την πρώτη εμπειρία που άλλαξε την εγκεφαλική του δομή σχετικά με τον όρο "καθαριότητα". Σαν υποστεί αυτό το ψυχολογικό σοκ, αρχίζει να δίνει σημασία και την αόρατη βρώμα, σε αντίθεση με τους φυσιολογικούς ανθρώπους που δίνουν σημασία μόνο στην ορατή. Αν έχω, λοιπόν, κάποιο είδος σιχαμάρας, τότε τα πρώτα σκιρτήματά του εντοπίζονται στις τουαλέτες των μαγαζιών και τα ξενοδοχεία. Είναι τα δυο μέρη όπου αναγκάζομαι να συναντηθώ τετ α τετ με την ανθρώπινη βρώμα και να βιώσω μια από τις πιο δύσκολες συνέπειες της ανθρώπινης συμβίωσης σε μια κοινωνία.

Όλα ξεκίνησαν όταν βρέθηκα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, περιτριγυρισμένη από έπιπλα "αντίκες", τα οποία αμφιβάλλω αν δέχτηκαν στα εκατό χρόνια της ύπαρξης τους το απαλό άγγιγμα ενός βιτέξ. Το δωμάτιο ενέπνεε τόσα βακτήρια -να χορεύουν σάμπα- που αποφάσισα, μόλις γυρίσω σπίτι, να καθαρίσω μέχρι και τον πάτο των παπουτσιών μου. Τις 12 ώρες που έμεινα αναγκαστικά εκεί, μέχρι να αλλάξω ξενοδοχείο, κατάφερα -και σοβαρολογώ- να μην πατήσω το πόδι μου στην τουαλέτα. Μόνο η ψυχή μου ξέρει το πώς.

Μα ήταν πλέον αργά. Από τότε, άρχισα να κάνω βρώμικες σκέψεις για τα δωμάτια όλων των ξενοδοχείων ανεξαιρέτως. Το πρώτο που με ταλανίζει δεν είναι πόσα άτομα έμειναν σε ένα δωμάτιο πριν απο μένα. Είναι τι έκαναν εκεί μέσα πριν από μένα. Και κακά τα ψέματα, νομίζω πως ξέρω. Και χωρίς να υπονοώ ότι οι άνθρωποι είναι προβλέψιμοι, νομίζω πως ξέρω και τι έπιασαν αμέσως μετά. Ω ναι, το τηλεκοντρόλ. Μαντέψτε όμως ποιος κατεργάρης δεν πιάνει ποτέ το τηλεκοντρόλ. Η καθαρίστρια.

Διάβαζα σε ένα άρθρο ότι, σύμφωνα με έρευνα επιστημόνων, οι μεγαλύτερες εστίες μικροβίων στα ξενοδοχεία είναι το τηλεκοντρόλ και οι διακόπτες. Και αν οι επιστήμονες δεν ήταν τόσο τετραγωνισμένα και χωρίς φαντασία σκατορομπότ, μπορεί να ήταν και σωστοί. Το μικρόβιο, φίλοι μου, θέλει μεράκι. Δεν μπορείς να πας και να κάνεις απλές μετρήσεις. Πρέπει να φτάσεις στα άδυτα, αν θέλεις να είσαι σωστός. Η μεγαλυτέρη, λοιπόν, και με διαφορά εστία μικροβίων στα ξενοδοχεία είναι το σφουγγάρι της καθαρίστριας. Το οποίο μπορεί να μην ακουμπάει ποτέ το τηλεκοντρόλ, αλλά σε αποζημιώνει σε άλλο επίπεδο πασαλείβοντας μικροοργανισμούς από τουαλέτα σε τουαλέτα.

Σύμφωνα με την έρευνα, πάλι, πιο καθαρό βρέθηκε να είναι το κουρτινόξυλο. Απίστευτο. Δε θα το μάντευα ποτέ. Πού να πάει το μυαλό του ανθρώπου, πως κάτι, αδύνατο να ακουμπηθεί, είναι το πιο καθαρό. Περιττό να πούμε ότι και πάλι έπεσαν έξω, διότι υπάρχει και το ταβάνι. Ναι, φίλοι μου, το ταβάνι είναι το μοναδικό σημείο που μπορείτε να γλείψετε άφοβα και να ευχαριστείτε την τύχη σας που δεν το φτάνει η καθαρίστρια.

Έπειτα, με απασχολούν και άλλα θέματα, όπως πόσοι κώλοι ακούμπησαν το πάπλωμα πριν ξαποστάσω εγώ εκεί. Ή πόσοι κώλοι επιθύμησαν να δοκιμάσουν κάποια άλλη στάση εκεί που ακουμπάω με αθωότητα τα καλλυντικά μου. Σας το λέω, ο κόσμος χώνει τον κώλο του παντού. Και για κάποιο λόγο, ενώ όλοι στο σπίτι τους είναι κάπως προσεκτικοί, στο ξενοδοχείο πρέπει σώνει και ντε να αραδιάσουν το DNA τους ακόμα και στις κουρτίνες. 

Αν και, σε επίπεδο διακόσμησης, τα πράγματα έχουν κάπως αλλάξει από τη δεκαετία του '80, κάποιες ξενοδοχειακές μονάδες επιμένουν ακόμα στη ζεστασιά που αποπνέει μια germ friendly μοκέτα. Είναι το μοναδικό πράγμα που επιβιώνει μετά από μία ανακαίνιση, γιατί πολύ απλά οι ιδιοκτήτες έχουν έρωτα με αυτή τη σιχαμένη μοκέτα. Εν τω μεταξύ, έχω και την αίσθηση ότι τα σεντόνια μυρίζουν πάντα το ίδιο με τα σαπουνάκια, που μας παρέχει το ξενοδοχείο. Μπορεί να είναι και ιδέα μου αλλά αν ισχύει, να ξέρετε πως εκεί κάτω στο πλυσταριό παίζεται πονηρό παιχνίδι.

Στα δωμάτια, πέρα από τις ύποπτες στάμπες και την all time classic μικρή μαύρη τρίχα, έχω βρει και κάτι, για το οποίο ειλικρινά δεν ξέρω ποιον να κατηγορήσω. Ένα νύχι. Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται περισσότερο, το κτήνος που περίμενε να φτάσει σε ξενοδοχείο για να κόψει τα νύχια των βρωμοπόδαρων του και να τα πετάξει στο πάτωμα ή η καθαρίστρια που περιορίστηκε στο να μαζέψει τα υπόλοιπα νύχια και τα ξερατά της όταν τα είδε? Βέβαια, τίποτα δε συγκρίνεται με εκείνη τη φορά που ξεμύτισε μια σαρανταποδαρούσα στον απέναντι τοίχο, την ώρα που υπολόγιζα να κοιμηθώ. Και εγώ έπρεπε να προστατέψω εμένα και την ανοιχτή βαλίτσα μου ακριβώς κάτω από τη σαρανταποδαρούσα.

Με όλα τα παραπάνω, θα πίστευε κανείς ότι μισώ τα ξενοδοχεία. Και θα έκανε λάθος, γιατί δε γνωρίζει την ιδιοσυγκρασία μου. Κανένα μικρόβιο και κανένα DNA τυχάρπαστου πορνοβοσκού, δεν μπορεί να υπερνικήσει την αγάπη μου για το πρωινό του ξενοδοχείου. Επίσης, μπορεί να πίστευε ότι κουβαλάω μαντηλάκια κλινέξ στη βαλίτσα μου. Πάλι θα έκανε λάθος, γιατί δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με μικροοργανισμούς. Το μόνο που κάνω, είναι να ακολουθώ το αλάνθαστο ΝamNairακό μότο "πρόσεχε πού ακουμπάς τώρα και τι θα ακουμπήσεις αμέσως μετά" και να γεμίζω το πιάτο μου με αυγά, μπέικον, ζαμπόν, κασέρια, λουκάνικα, ψωμιά, κέικ, μάφιν, γιαούρτια, φρούτα, δημητριακά και μαρμελάδες.